Λαγκιώτικο Γλωσσάρι (Ζ, Η, Θ, Ι, Κ)

Από το βιβλίο του Παν. Αθ. Ριζόπουλου ''Οι Ρίζες μας''


Ζ 
ζαβός: παλαβός, τρελλός
ζάει: ζει
 ζαλίκι: φορτίο στην πλάτη ζαλωμένος: (ζαλώνω) φορτωμένος στην πλάτη ζαμαναριά: χοντρή
ζαμπραχιάρης: αρρωστιάρης
ζαχιρέ: αποθήκη ζωοτροφών για τον χειμώνα
ζερβός: αριστερός
ζηλαβός: σκληρός
ζιάμπακας: βάτραχος
ζιαμπί: σίδερο, ασφάλεια πόρτας
ζιάσκας: νάνος
ζιουρίζομαι: δυσκολεύομαι
ζιούσκα: πρήξιμο, όγκος 
ζοντόβουλο: στραβόξυλο, ανάποδο
ζουλάπι: αγρίμι
ζουπάει: πατάει
ζουρλάθηκε: τρελλάθηκε

 Η
 ημείς: εμείς
ησύ: εσύ





 Θ 

θέρμη: πυρετός
θιαμένω: θαυμάζω

 Ι 
ιδιάζω: αραδιάζω, κλωστιές για τον αργαλειό 
ιλιάτσι: γιατρικό, γιατροσόφι 
ιμπρέτ: απελπίζομαι
ισνάφι: παρέα στην εργασία,ομάδα ίδιων επαγγελμάτων 
ιτς: τίποτε
Κ 
καγκέλια: δρόμος σε πλαγιά, ζιγκ ζαγκ καδί: ξύλινο δοχείο, όπου αλατίζουν το κρέας ή κάνουν αρμιά
καζάντσε: (καζαντώ) πλούτισε, έβγαλε χρήματα
καΐπιοσε: έκρυψε, εξαφάνισε 
κάκιωσε: (κακιώνω) θύμωσε
κακάρωσε: (κακαρώνω) νεκρώθηκε, τελείωσε
 κακάβι & κακαβούλι: μικρό δοχείο μπακιρένιο που χρησιμοποιούσαν στη στάνη για το γάλα -μικρό και μεγάλο καναγκιουρίσιο: παλιού καιρού
κανέστρα: μαλάθα
κανίσκι: δώρο του γάμου
καρδάρι: δοχείο ξύλινο για άρμεγμα 
καρσί: απέναντι
καρυά: καρυδιά
κάσια: μακάλο, αλευριά
κατασταλαή: στάχτη από ξύλα με νερό βρασμένο για πλύσιμο ρούχων 
κατσλάκης: κλέφτης
κατώι: υπόγειο
κάψα: η πολύ ζέστη το καλοκαίρι καψάλτσε: έφυγε, πίσω από το βουνό καψούραβο: το χωράφι σε πλαγιά, το αδύνατο
κιβούρι: μνήμα, τάφος
κίντσε: (κινώ) κίνησε, ξεκίνησε
κιοτής: δειλός 
κιπρί: κουδούνι γαλβανιζέ, είδος καμπανάκι, το έβαζαν στα γίδια για να ξεχωρίζει από το κουδούνισμα των προβάτων 
κλάπες: στρογγυλά ξύλιναμε δέρμα που τα φορούσαν κάτω στα πόδια ή για βάδισμα στα χιόνια 
κλέτσκες: βελόνες που πλέκουν
κοσιέρα: μεγάλο καλάθι
κολιάστρα:
κόλιντα: κάλαντα, καρναβάλια 
κοπανέτσα: το βρέφος τυλιγμένο στα ρούχα κορδέλια: παπούτσια
κόσα: πλεξούδα μαλλιών
κότσκα: κλωσσαριά
κουμάσι: κοτέτσι
κουναριά: κούνια
κούρβα: γυναίκα κακιά
κουριμάδα: χήρα που δεν στέκει καλά κουρκούτι: αλεύρι με νερό, όχι πηχτό κουντούσια: είδος παλτού χωρίς μανίκια. Το φορούσαν κάτω από την φλοκάτα (είδος φορέματος)
κόφα: ξύλινο παγούρι στους γάμους για κρασί
κόχη: γωνιά μπροστά στο τζάκι
κριάσι: κρέας
κούτρα: κεφάλι, μυαλό


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ζωή στην πόλη ή στο χωριό;

Tα παιχνίδια των παππούδων μας....

Σχόλια στο fb για τις προσπάθειές μας...