Κάντε ''κλικ'' στο εικονίδιο για αναλυτική πρόβλεψη

  • Τίτλοι

    17 Σεπτεμβρίου 2014

    Λαγκιώτικο Γλωσσάρι (Λ-Μ)

    Λάγκα




    Λάβα:   λίβας
    Λαγαρό: καθαρό
    Λαγκίτες: τηγανίτες
    Λαγούμι:   τρύπα στο χόρτο ή στο άχυρο Λάκιασε:    (λακίζω) πήρε τη ρεματιά Λακκιά:   ρεματιά, λάκκος, ποταμάκι Λαλάει:   (λαλώ) κελαϊδάει
    Λαλιά:   φωνή
    Λάφια:   αστεία, παχειά λόγια
    Λεγένι:   λεκάνη μεταλλική
    Λειψό:   έλλειμμα
    Λέλεκας:   πελαργός
    Λενιώ:   Ελένη
    Λεφτοκαρυά:   φουντουκιά
    Λιάντσε:   (λιανίζω) κομμάτιασε
    Λιανώματα:   ψιλά
    Λιάτα:   τσεκούρι, μεγάλο φαρδύ
    Λιγκιάζω:   έχω λόξυγκα
    Λιγούρα:   εξάντληση
    Λιγώθηκα:   (λιγώνομαι) εξαντλήθηκα Λιγωμένος:   εξαντλημένος
    Λιέει:   λέει
    Λιόμπα:   μικρούλα λίμνη
    Λισιά:   πόρτα με ξύλινα σανίδια
    Λιχνίζω:   μετά το αλώνισμα βγάζω τα άχυρα με τη βοήθεια του αέρα και παίρνω τον καρπό
    Λόγγος:   δάσος
    Λοζιασμένο:   ανακατωμένο
    Λούναβος:   απότομος
    Λούνη:   λάσπη που μένει μετά από πλημμύρα




















    Μαζώθηκαν:   συγκεντρώθηκαν
    Μακεδονίσι:   μαϊδανός
    Μαλάθα:   πανέρι
    Μαλαφρόντζο:   σοβαρή αρρώστεια γυναικών
    Μαμαλίγκα:   κατσιαμάκι με αλεύρι από καλαμπόκι
    Μαμπέτια:   λόγια παραπονίσια, χωρίς σημασία
    Μανάστηρο:   μοναστήρι
    Μαντζάνα:   μελιτζάνα
    Μαράγκιασε:   μαράθηκε
    Μασιάς:   σίδηρο με δύο λάμες για να πιάνει τα κάρβουνα
    Μάτιασμα:   βασκανία
    Μέτσκο:   αρκούδα
    Μιλάδελφος:   παράδελφος
    Μιντέρι:   στρώμα στο καθημερινό δωμάτιο
    Μιτάρι:   εξάρτημα αργαλειού για τις κλωστές
    Μολάιγκος:   βολικός
    Μορόζα:   γυναίκα που ζει παράνομα με άντρα
    Μούγκαβος:   βαρύς τύπος
    Μούκας:   κοιμισμένος, αργόστροφος Μούλιες:   μουλάρια
    Μουραφέτι:   παχειά λόγια
     Μούργινε:   σουρούπωσε
    Μουρλάθηκε:   τρελάθηκε
    Μουρντάρης:   βρωμιάρης σε όλα Μουρτζάλι:   δοχείο ξύλινο για τροφές γουρουνιών
    Μουσκόγυφτσα:   γύφτισσα, τσιγγάνα Μουσιαφέζης:   επιπόλαιος
    Μνημόρια:   μνήματα, τάφοι
    Μπαΐλτσε: ζαλίστηκεεξαντλήθηκε

    Μπαϊμάκης: βαρύς αγαθός











    Μπάμπκα: πρήξιμο από χτύπημα

    Μπάμπαλο:   σκουπίδι
    Μπαμπίτσα:   βελόνα μεγάλη
    Μπαμπίτσες:   παχύ έντερο, χοιρινό για λουκάνικα
    Μπάμπω:   γριά
    Μπαριάκι:   σημαία του γάμου
    Μπασαμάκι: πλάκα μεγάλη (πέτρα)
    Μπάσι:   κρεβάτι χτιστό
    Μπιγλίκινο:   καταραμένο
    Μπερεκέτι:   παραγωγή
    Μπερμπάντης:   ανήθικος, βρωμιάρης Μπέσα:   ειλικρίνεια
    Μπεσαλής:   ειλικρινής
    Μπέρδες:   ψευτοεγωιστής
    Μπερμπέρης:   κουρέας
    Μπερντές:   κουρτίνα
    Μπιζελίκι:   βραχιόλι
    Μπιζέρισα:   (μπιζερνώ) βαρέθηκα
    Μπίτσε:   τελείωσε
    Μπλάνα:   πλάκα τυριού
    Μπόντος:   βουκέντρα για το διώξιμο βοδιών
    Μπόντσα:   πήλινο ταψί για πίτες και κουλούρες
    Μπόρα:   κακοκαιρία με βροχές και αέρα Μπόρτζιε:   χρέος
    Μπούκλα:   ξύλινο δοχείο για νερό Μπούχαβος:   χλωμός, αρρωστιάρης Μπούχτσα:   παράφαγα, χόρτασα Μπράτιμος:   ο συμπαραστάτης του γάμου, αυτός που κάνει κουμάντο
     Μπρίκι:   καφόμπρικο, μεταλλικό για τσάι
    Μπριστούρα:   κοιλιά, σκεμπές



    Από το βιβλίο του Παν. Αθ. Ριζόπουλου
     ''Οι Ρίζες μας''


    • Σχόλια στο Site
    • Σχόλια στο Facebook

    0 σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Item Reviewed: Λαγκιώτικο Γλωσσάρι (Λ-Μ) Rating: 5 Reviewed By: tsardaki kastoria
    Scroll to Top