Κάντε ''κλικ'' στο εικονίδιο για αναλυτική πρόβλεψη

  • Τίτλοι

    19 Οκτωβρίου 2014

    Τα Όντρια κατά την Τουρκοκρατία και τον Μακεδονικό Αγώνα

    Η Τουρκοκρατία, που για όλο τον Ελληνισμό ήταν η χειρότερη δοκιμασία, στη Δυτική Μακεδονία, κράτησε πολύ περισσότερο.

    Λάγκα, Όντρια

    Ο τόπος μας σκλαβώθηκε πριν πέσει η Πόλη και ελευθερώθηκε μόλις στα 1912.

    Παράλληλα δοκιμάστηκε από τους ομαδικούς εξισλαμισμούς, που πρέπει να άρχισαν το 16ο και να συνεχίστηκαν ίσαμε τον 18ο αιώνα.

     Τα χωριά που περιβάλλουν τα Όντρια, ορεινά και άγονα καθώς είναι, είχαν καλύτερη τύχη... κρατήθηκαν και δεν τούρκεψαν. Στα εύφορα όμως, που βρίσκονται χαμηλότερα, οι Τούρκοι επιβλήθηκαν και οι κάτοικοί τους, είτε όλοι είτε μερικοί τούρκεψαν. Μολαταύτα κράτησαν πολλά έθιμα και δοξασίες.
    Παράλληλα σεβάστηκαν τα ιερά των προγόνων τους. Χαρακτηριστική η περίπτωση του χωριού  Σιρότσιανη (Λεύκη Βοΐου).  Σ ένα δημοτικό τραγούδι της περιοχής, που αναφέρεται στην απαγωγή της Λευκιώτισσας Γιουβάναινας, τα παιδιά της φέρουν χριστιανικά ονόματα.

     Μωαμεθανικά χωριά, που σε μερικά ήταν Αρβανίτες μπέηδες, υπήρχαν κι απ την άλλη μεριά των Οντρίων, αλλά πιο πέρα από τα Ελληνικά, που βρίσκονται στα ριζά ή στις βόρειες διακλαδώσεις του βουνού.
    Όλη αυτή η κατάσταση δείχνει την πίεση, που ασφαλώς δέχτηκε η ορεινή ζώνη γύρω στα Όντρια και αποδεικνύει το σθένος των κατοίκων της να μην αρνηθούν πατρίδα και θρησκεία.

     Η καταδυνάστευση αυτή του Ελληνικού στοιχείου και η διαρκής απειλή δεν ήταν τα μόνα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα των δεινών. Οι αδιάκοπες ληστρικές επιδρομές «αλβανικών στιφών με επικεφαλής διαφόρους μπέηδες, ιδίως μετά τα Ορλωφικά, οπότε πολυπληθή αλβανικά σώματα κατέβαιναν προς Ν. για να καταστείλουν την ανταρσία των Πελοποννησίων«, ήταν ένας ακόμη λόγος, που καθιστούσε τους καιρούς περισσότερο χαλεπούς. «Οι Αλβανοί διέπρατταν καθημερινά κάθε είδους αυθεραισίας και είχαν γίνει ουσιαστικά οι αληθινοί κυρίαρχοι των Ελληνικών χωριών. Είναι η περίοδος της αρβανιτοκρατίας» -Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833.

    Πολλές  απ αυτές τις ληστρικές επιδρομές Τουρκαλβανών -ίσως σε μικρότερη έκταση- είχαν συνήθως για στόχο τη Δυτ. Μακεδονία και ιδιαίτερα τις περιοχές δυτικά του Αλιάκμονα. Στα Καστανοχώρια είναι πολύ γνωστή η φράση «άνοιξε η Αυλώνα», που υποδήλωνε πως έλιωσαν τα χιόνια, άνοιξαν οι δρόμοι και θ αρχίσει η κάθοδος των αρβανιτάδων. Οι Αρβανίτες αυτοί, που λυμαίνονταν την περιοχή -κυρίως μετά το 1750-, δεν επέστρεφαν γρήγορα στον τόπο τους. Έχοντας ορμητήρια τα πιο απόκρημνα βουνά, προέβαιναν σε λεηλασίες και φόνους με αφάνταστη σκληρότητα.

     Στην περιοχή των Οντρίων, οι γέροντες ιστορούν πως, μόλις έφταναν οι Αρβανίτες σε χωριό από το οποίο ήθελαν «να πάρουν παράδες», συγκέντρωναν τους κατοίκους χτυπώντας το «τουμπερλέκι» (μικρό τύμπανο). Έπειτα όριζαν το χρηματικό ποσό που ήθελαν. Αν οι κάτοικοι δυστροπούσαν, εφάρμοζαν το μαρτύριο του ξυλοδαρμού. Μαζί τους πάντοτε κουβαλούσαν μια δέσμη δεκανίκια από σκληρό ξύλο.  Μ αυτά χτυπούσαν τους ραγιάδες, στο κορμί, στο κεφάλι, «όπου έφταναν». Αν έσπαζε το ένα, έπαιρναν άλλο...

     Όταν πάλι γευμάτιζαν σ ένα σπίτι, στο τέλος απαιτούσαν το γνωστό «ντις παρασί», δηλ. την αποζημίωση για την φθορά των ... δοντιών τους! (μερικοί μονολογούν ότι το ποσό του «ντις παρασί» ορίζονταν μόλις κάθονταν. Έβαζε ο αρχηγός τους πάνω στο τραπέζι το γιαταγάνι και την πιστόλα και απευθυνόμενος στον νοικοκύρη έλεγε «να βάλεις σε τόση ώρα τόσες λίρες και ν αρχίσουμε, αλλιώς σου παίρνουμε το κεφάλι, το βάζουμε στο τραπέζι και το τρώμε»).

     Την εποχή του Αλή πασά των Ιωαννίνων, που η περιοχή ανήκε στη δικαιοδοσία του, οι πληθυσμοί υποφέρουν τα πάνδεινα. Αν μάλιστα λάβουμε υπ όψη μας, σύμφωνα με όσα παραδίδονται, πως στη θέση «Παλιοκούλια» (νότια του Βράχου και δυτικά του Πολυκάστανου και της Ζώνης, στο πέρασμα του βουνού), υπήρχε φυλάκιο Αρβανιτάδων και περνούσε ένας δρόμος που οδηγούσε από τη δυτ. Μακεδονία στην Ήπειρο και την Αρβανιτιά, θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι για τους ραγιάδες της περιοχής των Οντρίων η κατάσταση ήταν απελπιστική και αφόρητη.
     Η διάβαση αυτή, καθαρά ορεινή στη μεγαλύτερη έκτασή της, ακολουθώντας τον παραπόταμο του Αλιάκμονα Γκουλέσιαβο έφτανε στο ύψος του Βράχου και από εκεί ανηφόριζε στις Πόρτες ή ακολουθώντας την κορυφογραμμή της ΒΑ παραφυάδας των Οντρίων, συνεχίζονταν ως τη Ζώνη, απ όπου στρίβοντας προς τα δεξιά κατέληγε και πάλι στις Πόρτες.

     Από τις Πόρτες έφτανε ομαλά στη θέση Πλάτανος, κατηφόριζε προς την Κυψέλη αφήνοντάς την δεξιά, προχωρούσε στο Παλιοκριμίνι και κατέληγε στην Κλεισώρεια Επταχωρίου. Εδώ χωρίζονταν σε δύο βραχίονες: ο ένας ακολουθώντας τον Αώο, οδηγούσε στην Κόνιτσα κι ο άλλος «δια στενής και λίαν δυσβάτου κοιλάδος εις το διαμέρισμα Κολώνιας (η οδός αυτή το θέρος μόνο διαβαίνεται ένεκεν των εν χειμώνι πολλών χιόνων, υφ ων καλύπτεται)» -Ν.Θ. Σχινά, Οδιπορικαί σημειώσεις, Μακεδονίας, Ηπείρου, νέας οροθετικής γραμμής και Θεσσαλίας, εν Αθήναις 1886.

     Πιο πάνω από τις Πόρτες ένας δεύτερος δρόμος, ακολουθώντας την κορυφογραμμή της οροσειράς του Βοΐου Γκορούσια-Μυροσλάβιστα-Τούχουλη, περνούσε από τα χωριά Ζαγάρι και Γράμμοστα. Στη συνέχεια ακολουθούσε την κορυφή του Γράμμου και κατηφορίζοντας κατέληγε στο χωριό της Β. Ηπείρου (ν. Κορυτσάς) Δάρδα.

     Ο δρόμος αυτός μνημονεύεται σαν μονοπάτι  και στις παραδόσεις του Επταχωρίου. -Δ. Τσίγκαλου, Το Επταχώρι.

     Τα στοιχεία αυτά δικαιολογούν αναντίρρητα το φόβο που συνείχε τους κατοίκους, όταν κατά το δημοτικό στίχο, «η Αρβανιτιά μαζώνονταν σαν φύλλα, σαν χορτάρια...» κι άρχιζαν οι λεηλασίες, οι πυρπολήσεις, οι φόνοι, οι απαγωγές.

     Μία επιτόπια παράδοση αναφέρεται σε κάποια Μαγγιλιώτισσα Βασιλική, πεντάμορφη, που αρπάχτηκε και κλείστηκε στο χαρέμι του Αλή. Ο λόγος δεν πρέπει νάναι τυχαίος. Ένα παλιό σπίτι, που σώζεται ακόμη στο Άνω Περιβόλι (π. Μαγγίλα), είναι το σπίτι τξς όμορφης Βασιλικής. Μια παραλλαγή όμως της παράδοσης δε θέλει την Καστανοχωρίτισσα παλλακίδα του Πασά. Δέχεται πως ο Βάγιας του Βεζύρη των Ιωαννίνων δεν μπόρεσε «να πάρει κορίτσι Καστανιώτικο», γιατί οι Καστανοχωρίτες «τρεις μέρες πολεμούσαν με τους Τόσκηδες και τα οχυρά τους στα Όντρια δεν έπεφταν». Άσχετη επίσης δεν πρέπει να είναι και η παράδοση που θέλει την κοπέλα μαρμαρωμένη ψηλά στο βουνό παρά στα χέρια των Αρβανιτάδων.

     Οι Αρβανίτες δεν περιορίζονταν όνο σε επιδρομές.
    Επεδίωκαν να καταστήσουν τσιφλίκια τους τα χωριά της περιοχής μας. Στην προσπάθειά τους αυτή χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο.

     Στη βόρεια πλευρά των Οντρίων ένα χωριό που έγινε τσιφλίκι ήταν το Έζερετς (ν. Πετροπουλάκι). Σ αυτό, μπέης ήταν ο Τουρκαλβανός Τσάτσος. Οι κάτοικοι του χωριού υπέφεραν πολύ και η αφόρητη καταπίεση τους ανάγκασε να τον σκοτώσουν. Ένα καλοκαίρι του έστησαν καρτέρι κοντά στην πηγή Μιντέιτσα και τον πυροβόλησαν επάνω στο άλογο, όταν επέστρεφε από τον τεκέ της Δραγασιάς, όπου είχε πάει να προσκυνήσει. Πριν το ζώο γυρίσει μόνο του, οι εκδικητές είχαν φτάσει κιόλας στο χωριό και έτσι κανείς δεν τους υποπτεύθηκε. Ο  φόνος αποδόθηκε σε ληστές και το χωριο, όταν σε λίγες μέρες έφυγε για την Αρβανιτιά η χήρα μπέισσα με τους δικούς της, δεν ήταν πια τσιφλίκι.

     Ευκαιριακά σημειώνουμε, πως όταν ένα χωριό είχε την ατυχία να γίνει τσιφλίκι,  οι περισσότεροι κάτοικοι διασκορπίζονταν, προσωρινά ή μόνιμα, σε άλλες περιοχές. Ο πόνος όμως του ξεριζωμού ήταν μεγάλος και μετριάζονταν κάπως όταν οι οδυσσείς της αρβανιτοκρατίας κατόρθωναν να δουν έστω και τα βουνά της γενέθλιας γης. Ένα δημοτικό τραγούδι αναφέρεται στη Φούρκα Κόνιτσας που είχε την ατυχία να γίνει τσιφλίκι -καταριέται αυτούς «όπου χάλασαν τέτοιο χωριό, γκοτζιάμ κεφαλοχώρι...»
     Στη συνέχεια αναφέρει πως έφυγαν οι Φουρκιώτες, που πήγαν και γιατί προτίμησαν αυτόν τον τόπο: «... νύχτα φύγαν νηστικοί, στο Βιντελούτσι πήγαν νάναι σιμά στα Όντρια, τη Φούρκα ν αγναντεύουν...»

     Μια ακόμα παράδοση που αναφέρεται στο ίδιο χωριό, μιλάει για την επιδρομή του Αρβανίτη Ράπου. Στο Έζερετς ζούσε τότε ένας φημισμένος οπλοδιορθωτής, ο Μανόλης. Ήταν απ τους λίγους που αντιστέκονταν στους Τουρκαλβανούς. Η σκοπευτική του δεινότητα τους έκανε να μην αποτολμούν να αναμετρηθούν μαζί του. Ότι όμως απέφευγαν οι άλλοι, αποφάσισε να το φέρει σε πέρας με τη συμμορία του ο Ράπος.
     Περικύκλωσε το σπίτι του Μανόλη και τον πρόσταξε να παραδοθεί. Ο Μανόλης απάντησε: «αν θέλετε ψωμί, τόχετε, μα να παραδοθώ μην το περιμένετε». Εκείνοι επανέλαβαν την προσταγή τους κι αυτός απάντησε πυροβολώντας.  Βοηθό είχε τη γυναίκα του. Αυτή γέμιζε τα όπλα κι εκείνος πυροβολούσε. Η ώρα περνούσε και οι Αρβανίτες δεν μπορούσαν να πλησιάσουν. Τότε αποφάσισε να δράσει ο ίδιος ο Ράπος. Ανέβηκε στη σκεπή και σύρθηκε με προφύλαξη ως την καπνοδόχο. Ο Μανόλης όμως που περίμενε μια τέτοια αποκοτιά, τον αντιλήφθηκε, πυροβόλησε εύστοχα και τον σκότωσε.
     Οι υπόλοιποι ληστές σαν σκοτώθηκε ο αρχηγός τους, παράτησαν τον Μανόλη και συνέλαβαν έξι παλληκάρια του χωριού. Τα οδήγησαν στη θέση Πιλιόρι, όπου και τα σκότωσαν για αντίποινα.

     Στην ορεινή περιοχή μας. έδρασαν κατά καιρούς πολλοί αγωνιστές εναντίον των Τόσκηδων: «ο Σκυλλοδήμος, ο Ζούκης (1770), ο Καραμήτσιος,  ο Γουρνονάσιος, ο Λεωνίδας Σαμαριναίος, ο Τσουλάνης, ο Ναούμης, ο Νταβέλης, ο Αντώνης (1854), ο Βερβέρας (1896)« κ.α.

      Τα Όντρια κατά καιρούς υπήρξαν πέρασμα και ορμητήριο Αρβανιτάδων. Μερικά δυτικομακεδονικά τραγούδια πιστοποιούν την αλήθεια του λόγου. Άλλα πάλι αναφέρονται σε Έλληνες ληστές που λήστευαν αδιάκριτα δικούς μας και ξένους.

      Σε οδοιπορικές σημειώσεις του 1886, τα Όντρια χαρακτηρίζονται ως «... όρος σχηματιζόμενον εκ στεφανών συδένδρων και αποτελούν οχυράν λιαν εαρινήν θέσιν, εις ην φέρουσιν εις 1/2 ώραν ανωφερώς δύο μόνον είσοδοι. Τούτου δ΄ένεκεν καθίσταται ου μόνον ενδιαίτημα ληστών, αλλά και κρησφύγετο αυτών ένεκεν των υπαρχουσών οπών επί του επ΄αυτού σχηματιζομένου εκτενούς οροπεδίου, εφ΄ου και ύδατα καλά ρέουσι και βοσκαί εαριναί κάλλισται υπάρχουσιν».

     Η νεώτερη παράδοση αναφέρεται πολλές φορές σε ληστές που λημέριαζαν στα Όντρια.  Επώνυμα μιλάει για τους: Μπαμπάνη (λημέριαζε στην ομώνυμη «μπιστιριά» της ΝΔ πλαγιάς), Τρύπιο. Λεωνίδα, Φορφόλια ( λημέριαζε κυρίως σε βόρεια κορυφή της Όρλιας, πάνω από τη θέση «κοπέλα»), Λεβέντη, Βαγγέλη και Μάρα (ήταν τσομπάνος στα Όντρια πριν γίνει κλέφτης).

      Αυτή σε γενικές γραμμές ήταν η κατάσταση τα δύσκολα εκείνα χρόνια στην περιοχή των Οντρίων.

    Από το βιβλίο του Άρη Σωτ. Μπακαΐμη
    «ΤΑ ΟΝΤΡΙΑ το βουνό μας»
    • Σχόλια στο Site
    • Σχόλια στο Facebook

    0 σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου

    Item Reviewed: Τα Όντρια κατά την Τουρκοκρατία και τον Μακεδονικό Αγώνα Rating: 5 Reviewed By: ΛΑΓΚΑ Καστοριάς Σύνδεσμος Λαγκιωτών
    Scroll to Top