Λαγκιώτικο Γλωσσάρι (Ζ, Η, Θ, Ι, Κ) - Λάγκα ®

Προσφατα

Post Top Ad

Responsive Ads Here

Post Top Ad

Responsive Ads Here

09 Μαρτίου 2013

Λαγκιώτικο Γλωσσάρι (Ζ, Η, Θ, Ι, Κ)

Από το βιβλίο του Παν. Αθ. Ριζόπουλου ''Οι Ρίζες μας''


Ζ 
ζαβός: παλαβός, τρελλός
ζάει: ζει
 ζαλίκι: φορτίο στην πλάτη ζαλωμένος: (ζαλώνω) φορτωμένος στην πλάτη ζαμαναριά: χοντρή
ζαμπραχιάρης: αρρωστιάρης
ζαχιρέ: αποθήκη ζωοτροφών για τον χειμώνα
ζερβός: αριστερός
ζηλαβός: σκληρός
ζιάμπακας: βάτραχος
ζιαμπί: σίδερο, ασφάλεια πόρτας
ζιάσκας: νάνος
ζιουρίζομαι: δυσκολεύομαι
ζιούσκα: πρήξιμο, όγκος 
ζοντόβουλο: στραβόξυλο, ανάποδο
ζουλάπι: αγρίμι
ζουπάει: πατάει
ζουρλάθηκε: τρελλάθηκε

 Η
 ημείς: εμείς
ησύ: εσύ





 Θ 

θέρμη: πυρετός
θιαμένω: θαυμάζω

 Ι 
ιδιάζω: αραδιάζω, κλωστιές για τον αργαλειό 
ιλιάτσι: γιατρικό, γιατροσόφι 
ιμπρέτ: απελπίζομαι
ισνάφι: παρέα στην εργασία,ομάδα ίδιων επαγγελμάτων 
ιτς: τίποτε
Κ 
καγκέλια: δρόμος σε πλαγιά, ζιγκ ζαγκ καδί: ξύλινο δοχείο, όπου αλατίζουν το κρέας ή κάνουν αρμιά
καζάντσε: (καζαντώ) πλούτισε, έβγαλε χρήματα
καΐπιοσε: έκρυψε, εξαφάνισε 
κάκιωσε: (κακιώνω) θύμωσε
κακάρωσε: (κακαρώνω) νεκρώθηκε, τελείωσε
 κακάβι & κακαβούλι: μικρό δοχείο μπακιρένιο που χρησιμοποιούσαν στη στάνη για το γάλα -μικρό και μεγάλο καναγκιουρίσιο: παλιού καιρού
κανέστρα: μαλάθα
κανίσκι: δώρο του γάμου
καρδάρι: δοχείο ξύλινο για άρμεγμα 
καρσί: απέναντι
καρυά: καρυδιά
κάσια: μακάλο, αλευριά
κατασταλαή: στάχτη από ξύλα με νερό βρασμένο για πλύσιμο ρούχων 
κατσλάκης: κλέφτης
κατώι: υπόγειο
κάψα: η πολύ ζέστη το καλοκαίρι καψάλτσε: έφυγε, πίσω από το βουνό καψούραβο: το χωράφι σε πλαγιά, το αδύνατο
κιβούρι: μνήμα, τάφος
κίντσε: (κινώ) κίνησε, ξεκίνησε
κιοτής: δειλός 
κιπρί: κουδούνι γαλβανιζέ, είδος καμπανάκι, το έβαζαν στα γίδια για να ξεχωρίζει από το κουδούνισμα των προβάτων 
κλάπες: στρογγυλά ξύλιναμε δέρμα που τα φορούσαν κάτω στα πόδια ή για βάδισμα στα χιόνια 
κλέτσκες: βελόνες που πλέκουν
κοσιέρα: μεγάλο καλάθι
κολιάστρα:
κόλιντα: κάλαντα, καρναβάλια 
κοπανέτσα: το βρέφος τυλιγμένο στα ρούχα κορδέλια: παπούτσια
κόσα: πλεξούδα μαλλιών
κότσκα: κλωσσαριά
κουμάσι: κοτέτσι
κουναριά: κούνια
κούρβα: γυναίκα κακιά
κουριμάδα: χήρα που δεν στέκει καλά κουρκούτι: αλεύρι με νερό, όχι πηχτό κουντούσια: είδος παλτού χωρίς μανίκια. Το φορούσαν κάτω από την φλοκάτα (είδος φορέματος)
κόφα: ξύλινο παγούρι στους γάμους για κρασί
κόχη: γωνιά μπροστά στο τζάκι
κριάσι: κρέας
κούτρα: κεφάλι, μυαλό


Post Top Ad

Responsive Ads Here